Μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα: φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα, παραμύθια με φωτιά αγγέλων, φωλιές με χρώματα πουλιών σιωπή βροντή του σύννεφου
36η Χρυσηίδα Ρέμβης από την ανέκδοτη e-συλλογή Τάσου Κάρτα «Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας», ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας
φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα,
παραμύθια με φωτιά αγγέλων
φωλιές με χρώματα πουλιών
σιωπή βροντή του σύννεφου
αγάπη σε κρηπίδα ανάγλυφη…
όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα
ένα λουλούδι που σαλεύει μίσχο και καρπό
ανέμισε σιωπηλούς αντίλογους έρωτα
ώσπου να πεις «κύμινο»
πρωινή κατακλείδα ενδεκασύλλαβου-
μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα…
σκορπιός όνομα μιας νύχτας
τοξότης κεντρική αρτηρία για φυγή
λιοντάρι το κορμό βουλιάζει
δίδυμος εφιάλτης ο καιρός-
καθένας κάτι δικό του θα κρατήσει μυστικό
όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα
από τη σκέψη του σώματος
παντός επιστητού
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]
[Τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό τον Φαύλο Δούρειο στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ' αναφορικό φεγγαρόφωτο, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ. Ένας στίχος που είναι να βγει… να κρυφτούμε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων του. Ιδού:]
36η Χρυσηίδα Ρέμβης από την ανέκδοτη e-συλλογή Τάσου Κάρτα «Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας», ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας
ΛΕΖΑΝΤΑ: όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα
φτιάχνω ιστορίες με ποιήματα,
παραμύθια με φωτιά αγγέλων
φωλιές με χρώματα πουλιών
σιωπή βροντή του σύννεφου
αγάπη σε κρηπίδα ανάγλυφη…
όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα
ένα λουλούδι που σαλεύει μίσχο και καρπό
ανέμισε σιωπηλούς αντίλογους έρωτα
ώσπου να πεις «κύμινο»
πρωινή κατακλείδα ενδεκασύλλαβου-
μια φωτιά με καίει και κρυώνω κατά μέσα…
σκορπιός όνομα μιας νύχτας
τοξότης κεντρική αρτηρία για φυγή
λιοντάρι το κορμό βουλιάζει
δίδυμος εφιάλτης ο καιρός-
καθένας κάτι δικό του θα κρατήσει μυστικό
όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα
από τη σκέψη του σώματος
παντός επιστητού
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]
