Γυμνός από αστραπή και έμπνευση στην αμφίσημη πλευρά του Ποιήματος
35η Χρυσηίδα Ρέμβης από την ανέκδοτη e-συλλογή Τάσου Κάρτα «Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας», ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας
πήγαινες γυρεύοντας το ρου της νοσταλγίας
στην αμφίσημη ρανίδα του Ποιήματος
μακριά απ’ τα διαλαλήματα του ανέμου
γυμνός από αστραπή και έμπνευση
μ’ ένα μελίσσι χρώματα πετροκότσυφες
στην κάθε σου φαρέτρα
μπορεί να ξημερώνει Κυριακή
το ραδιόφωνο σε χαμηλή ένταση
οι κουβέρτες ξέστρωτες,
τα ρούχα πεταμένα καταγής
μετράς την κάθε λέξη
ζυγιάζοντας στα δάχτυλα
απρόσωπες σημασίες απ’ όνειρα
ξέρεις τις ανατροπές που έχει η ηχώ εύλογου πόθου;
πως μ’ αυτόν
εξαπλώνεται στη μεταφυσική σου σκέψη
μισθοφόρος ρέμβη
μ’ άσωτα χρώματα από λέξεις
«ενός λεπτού μαζί»
στην «14η ομορφιά φωτόδενδρου»,
φεγγαροντυμένη
«χλόη θερμοκηπίου»
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]
[Τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό τον Φαύλο Δούρειο στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ' αναφορικό φεγγαρόφωτο, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ. Ένας στίχος που είναι να βγει… να κρυφτούμε πίσω απ’ τις εικόνες των λέξεων του. Ιδού:]
35η Χρυσηίδα Ρέμβης από την ανέκδοτη e-συλλογή Τάσου Κάρτα «Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας», ναύλος για τη λινή κοιτίδα της κυριολεξίας
ΛΕΖΑΝΤΑ: ζυγιάζοντας στα δάχτυλα απρόσωπες σημασίες απ’ όνειρα
πήγαινες γυρεύοντας το ρου της νοσταλγίας
στην αμφίσημη ρανίδα του Ποιήματος
μακριά απ’ τα διαλαλήματα του ανέμου
γυμνός από αστραπή και έμπνευση
μ’ ένα μελίσσι χρώματα πετροκότσυφες
στην κάθε σου φαρέτρα
μπορεί να ξημερώνει Κυριακή
το ραδιόφωνο σε χαμηλή ένταση
οι κουβέρτες ξέστρωτες,
τα ρούχα πεταμένα καταγής
μετράς την κάθε λέξη
ζυγιάζοντας στα δάχτυλα
απρόσωπες σημασίες απ’ όνειρα
ξέρεις τις ανατροπές που έχει η ηχώ εύλογου πόθου;
πως μ’ αυτόν
εξαπλώνεται στη μεταφυσική σου σκέψη
μισθοφόρος ρέμβη
μ’ άσωτα χρώματα από λέξεις
«ενός λεπτού μαζί»
στην «14η ομορφιά φωτόδενδρου»,
φεγγαροντυμένη
«χλόη θερμοκηπίου»
[από μηχανής ΘΕΟΙ λέξεων από την ανέκδοτη e-συλλογή ΕΡΜΑΙΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΛΕΡΝΑΙΑΣ ΕΜΜΟΝΗΣ (Νόστιμον ήμαρ για την Κολχίδα της Ποίησης κτλ, κτλ) όπου αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό μου οίστρο, δολώνω μ’ άδειους στίχους αγκίστρια μεταξένιων συνειρμών μήπως και πιάσω μεστή τη διάθεσή σου για ονειροπολήσεις (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό κι ωραία λόγια). Γένοιτο - αλλά «φοβού τους ποιητής και στίχους φέροντας»]
