Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Τάσος Κάρτας, Με καραβιές εξώφυλλου τρέχοντος ερωτισμού εν ριπή οργασμού σε δίψασα ξανθό κρασί

Πίσω απ’ το δάχτυλο

ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ
ιωβηλαίο εσωτερικής επικοινωνίας,
για τον προσαιτερισμό ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΩΝ Ποίησης
μιας στιγμής μ’ άδοξο τέλος!
Μέχρι να πεις κύμινο
απλώνεται άρδην Ατέρμονο Ποίημα:
Θα κυκλοφορήσω στα χέρια σου λευκός;
Οι παλάμες μου θα γιομίσουν άστρα;
Στα συμφραζόμενα χρυσής ανταύγειας ονείρου
μικρό άσπρο πανί πόθου σεργιανίζει

 Όποιος μπαίνει στο μίσχο του Ποιήματος,

κόκκινη πεταλούδα των αγρών
με τα φτερά της καστανιέτες
στο χορό των λουλουδιών,
θα φτάσει στο σμαράγδι του το υπονοούμενο


Αίρων μεσίστιες ερωτήσεις,
αμφίστομο ερήμην πάντα,
η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
η καθεμιά τους είναι τώρα φως,
διαμελίζοντας ιμάτια προσχήματα
μέτρον επιούσιον που πάντα ρει…
πέρα βρέχει scrabble νοημάτων μονόλογων




Βουβά μεσάνυχτα καταπέλτης γης ουρανού
εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια,
στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος
ανάμεσα στο υποφαινόμενο Ποίημα
κι ένα φιλί ερήμην λαξευμένο πολύτροπα
σε φλοίσβο αυτοσαρκασμού

(Ανάμεσα Τρίτη Παρασκευή Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας in MEDIAS res 69 Χρυσηίδες Ρέμβης παράπεσαν στις λέξεις ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ σιωπής και κάπως έτσι αρχίζουν να συμβαίνουν, δια «ελέου και φόβου», περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών. Τι με φιλεύει η αναμονή που έχω κλωσήσει;)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΔΩΛΟΥ του Κώστα Στεργιόπουλου

Το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
η ψυχή σου πάνω στην ψυχή μου.


Αν φυσούσα πάνω σε ξερά φρύγανα,
θα 'πιαναν φωτιά.


Από ποιες άφαντες ραγισματιές γλίστρησες μέσα μου,
κι είμαι όπως τρέμουν τα λουλούδια και τα φύλλα,
όταν περνάει ο αέρας;


Σε ποιες υπόγειες κρύπτες ρίζωσες έτσι βαθιά
κι ολόκληρο με κατακλύζεις,
πάνω απ΄όσο μπορώ και πάνω απ' όσο θέλω;


Σαν αύρα ξαφνική σ' ακύμαντα νερά,
με διαπερνάς και με διατρέχεις.
Με δυναστεύεις κάθετα και καταλυτικά.


Το σώμα μου πάνω στο σώμα σου
η ψυχή σου πάνω στην ψυχή μου.


Αν με φωνάξεις,
κι αν ακόμα έχω πεθάνει,
θ' αναστηθώ.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Αργύρης Χιόνης, Εγώ σου πρόσφερα ουρανό κι εσύ κυλιέσαι μες τη λάσπη

Της άρεσε η καρδιά του ω, πώς της άρεσε!
Κι είναι τόσο χαρούμενη,
τόσο ευτυχισμένη
που, επιτέλους, την κρατά μέσα στα χέρια της,
ζεστή, σπαρταριστή, αιμάσσουσα,
μόλις ξεριζωμένη
απ’ τα υπέροχα, γαμψά, αρπαχτικά της νύχια.

Εγώ σου πρόσφερα τον ουρανό κι εσύ κυλιέσαι μες τη λάσπη

Κάποιος φύτεψε ένα δένδρο
Ίσια το φύτεψε, ευθυτενές να γίνει,
τον ουρανό να σημαδεύει η κορυφή του.
Άνεμος δυτικός, ωστόσο, το ερωτεύτηκε
κι επίμονα χαϊδεύοντάς το,
μέρα-νύχτα,
το έπεισε προς την ανατολή να γείρει,
να γείρει τόσο που η κορυφή του
άγγιξε σχεδόν το χώμα.
Εκείνος που το φύτεψε, ένιωσε προδομένος
Πήρε τσεκούρι κι άρχισε να το λιανίζει,
ουρλιάζοντας, έξω φρενών:
«Εγώ σου πρόσφερα τους ουρανούς
κι εσύ κυλιέσαι μες τη λάσπη!»

(Ανάμεσα Δευτέρα Τρίτη παράπεσαν ασήμαντοι συνειρμοί ΣΙΩΠΗΣ που τραγούδησε διασκευασμένα και ενίοτε δραματοποιημένα αποσπάσματα από ΟΜΟΤΙΤΛΗ ποιητική συλλογή του Αργύρη Χιόνη)

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Σαχτούρης Μίλτος κι άλλοι, σε παραισθήσεις ουρανού με τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ του ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ και μια γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του

Η ΠΟΙΗΣΗ, στην πρωτογενή της έκφραση, είναι ο μαγικός εκείνος χώρος, στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό (Σαχτούρης)


Στην ποίηση του Σαχτούρη, σημειώνει η Ζωή Σαμαρά στο εισαγωγικό σημείωμα της για το αφιέρωμα στον ποιητή από το περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ (εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων τεύχος 141), «ο ουρανός είναι ο πιο σημαντικός τόπος αντανάκλασης ειδώλων». «Η ανάγκη για ουρανό είναι πρωταρχική, εσωτερική. Γι’ αυτό ενώ ο κόσμος γύρω μας διαλύεται μέσα στη βία και την καταστροφή, η δίψα του ανθρώπου για ουρανό παραμένει ακόρεστη. Η ελληνική λέξη ουρανός γεννά τη σύνθετη κοσμοθεωρία του ποιητή…»: η άλλη αυτή πραγματικότητα του ΟΥΡΑΝΟΥ, Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΔΡΟΜΟΥ (τίτλος ποιητικής συλλογής), την οποία όλοι έχουμε ανάγκη είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος γνωρίζει καλά μόνο τους δρόμους της λογικής, μόνο τα μονοπάτια του αισθητού κόσμου, μόνο τ' αντικείμενα που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις του. Όμως η άλλη πραγματικότητα, ο ιδεατός κόσμος δεν κατακτιέται με τη λογική αλλά με τη φαντασία. Πρέπει να είναι κανείς ποιητής για να κινηθεί με άνεση από τη μια πραγματικότητα στην άλλη.



ΤΟ ΨΩΜΙ (από την ποιητική συλλογή «Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο) :


ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο, που μοίραζε ουρανό
Ας μην το κρύβουμε διψάμε για ουρανό.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ, ως σύμβολο μιας άλλης πραγματικότητας

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ «σαν περιβόλι ευώδησε και τ’ άνθη του ήταν τ’ άστρα» (ΣΟΛΩΜΟΣ) – «ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ» του Σεφέρη! – ή προπαντός «ουράνιος παράδεισος» ή «κήπος» (ΚΑΛΒΟΣ). Οπότε, σαν αντίλαλος μεθόδου από το παρελθόν, μας έρχεται η γεφυρωμένη εικόνα:
«αναχωρεί και η νύχτα
ιδού που τ’ άστρα αχνύζουσι,
και οι καθαροί λευκαίνονται αιθέριοι κάμποι».
Και πάλι πίσω του, αλειτούργητος ο ετερόνομος και ετερομεγέθης ΚΑΛΒΟΣ. Αυτός που είδε επίσης μέσα
«εις το χάος αμέτρητον
των ουρανίων ερήμων
κρέμονται κρέπια θανάτου»
και όπου ανάμεσά τους
«τα φώτα σιγαλέα κινώνται
των αστέρων λελυπημένα»
«… σιγά σιγά
το ποίημα μεγαλώνει
με πόνους με χαρές και λύπες…
βλέπει τις πρώτες άσπρες λέξεις
και τυφλώνεται.
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες τ’ ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο»
(ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, το ποίημα έρχεται από μακριά)


«μη τον ρωτάς τον ουρανό τα σύννεφα και το φεγγάρι,
το βλέμμα σου το σκοτεινό κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει» - ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ- . ΙΩΑΝΝΟΥ



«Ο ποιητής λοιπόν, επειδή τον βαραίνει η ευθύνη μιας αποστολής και μιας παράδοσης (ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΥΛΙΩΝ), πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Αλλά πώς πετάει; «Κι η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό» Αυτό το αερόστατο που γελάει στο κενό είναι σαν την καρδιά του ανθρώπου μέσα στο χάος του κόσμου. Μόνο τρόμο και δέος μπορεί να προκαλέσει αυτό το αιωρούμενο γέλιο του πανικού
«τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλη ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο πέρασε η ζωή μου»


Μέσα σ’ όλα αυτά τι να ζητήσουμε από τον ποιητή; Οι στίχοι του τουλάχιστον ν’ ανατέλλουν σαν άστρα στη σφιγμένη καρδιά μας και να καταυγάζουν το γλυκό φως ενός άλλου κόσμου στις μικρές στιγμές του καθημερινού βίου, ένα φως που να φωτίζει όλη μας την ασημαντότητα και να μας δίνει υπόσταση επειδή μπορούμε να το διακρίνουμε. Κι όλα τα πολύ «σημαντικά» ανθρώπινα να σμικρύνονται απελπιστικά και να σβήνουν, ενώ κάτω από ένα άλλο φως ή ένα άλλο χρώμα να μεγεθύνονται τα απλούστατα σ’ ένα μέγεθος απροσδόκητης σημασίας, λες και το μάτι που τα επισημαίνει καθορίζει την πλατιά έκτασή τους και τα καθαγιάζει, σύμβολα της φτωχής ζωής μας, μέσα σ’ όλα τα απίθανα μεγέθη που μας περιστοιχίζουν και μας συντρίβουν. Να πάψουμε πια να ονομάζουμε τα πράγματα «μικρά» και «μεγάλα». Όλα μπορούν να είναι μικρά και μεγάλα εξαρτώμενα συνεχώς από κάποιον καημό. Ο άνθρωπος, μόνος του, με το μικρό του σχήμα, γίνεται ένα μακρύβολα ακτινοβόλο σώμα, ανοίγοντας απροσδόκητους δρόμους φωτός. Θέλω να διαβάσετε την «Πορτοκαλιά» για να καταλάβετε τι θέλω να πω για τη φτωχή ζωή του κάθε ανθρώπου (Νόρα Αναγνωστάκη, Δοκίμια Κριτικής):


ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ, από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη «Όταν σας μιλώ»
Τι θλιβερός χειμώνας Θεέ μου! Τι θλιβερός χειμώνας!
Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται,
ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει.
Ένας γέρος κοιτάζει μεσ’ απ’ το τζάμι.
Ένα ξερό δένδρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού.
Ένα δένδρο με πορτοκάλια πιο πέρα.
Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι σπασμένο
κι όλοι Θεέ μου να κλαίνε, να κλαίνε…
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά
Τι θλιβερός χειμώνας! Τι θλιβερός Χειμώνας

ΟΥΡΑΝΟΣ, από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη «Παραλογαις»


Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας
δεν είναι εύκολο πράγμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του

Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δένδρα
κοιτάτε τα’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγκους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τα μακριά ηδονή του γαλαξία του


Κατακλείδα η ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ (ένα ποίημα του Στάθη Κουτσούνη στη μνήμη του Μίλτου Σαχτούρη, που δημοσιεύτηκε στο 80ο τεύχος του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ σελ. 40)
Όταν οι κληρονόμοι
κάρφωσαν αδίστακτα στο στέρνο του
το τσίγκινο πωλητήριο
-ανορθόγραφο μάλιστα-
το σπίτι γδύθηκε τα θεμέλια του
και με όλα τα έπιπλα
άρχισε να πετά στον ουρανό

ζωντάνεψε τότε στο ανατολικό θεμέλιο
ο σφαγμένος πετεινός με το μαύρο λειρί
μάζεψε το χυμένο αίμα του
από τις τέσσερις γωνίες
τίναξε το λειρί κι ακολούθησε
ουρά στο ιπτάμενο σπίτι

ήταν Καθαρά Δευτέρα
και στον ουρανό επικρατούσε
συνωστισμός από τους χαρταετούς


ένα παιδί μεταναστών
ανέστιο και πεινασμένο
ξύπνησε ανάσκελα στο παγκάκι της πλατείας
κι άνοιξε τα μάτια του


έχει θολώσει το μυαλό μου συλλογίστηκε
αλλιώς πώς γίνεται να βλέπω
σπίτια και σφαγμένους πετεινούς
ανάμεσα σε χαρταετούς

βαριά ξανάκλεισαν τα βλέφαρα
κι αποκοιμήθηκε πάλι


τότε το σπίτι προσγειώθηκε στον ύπνο του παιδιού
κι ο σφαγμένος πετεινός στη χύτρα του σπιτιού
και το παιδί ξύπνησε μέσα στο όνειρό του
και δεν ήθελε πια να βγει απ’ το σπίτι
κι έτρωγε συνέχεια ένα νόστιμο κρέας
το κρέας του βρασμένου πετεινού
που δεν τελείωνε ποτέ.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Ποια ηδονή του ιμπρεσιονισμού ασπρόμαυρου τοπίου σε ποιον ιστό του μέλλοντος σκύβαλο παραλήρημα

Πίσω απ’ το δάχτυλο ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ
ιωβηλαίο εσωτερικής επικοινωνίας:
για τον προσαιτερισμό ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΩΝ Ποίησης
μιας στιγμής μ’ άδοξο τέλος:
μέχρι να πεις κύμινο
απλώνεται άρδην Ατέρμονο Ποίημα Σκιάς των Λέξεων


Μια νύχτα το ίδιο περαστικό όνειρο

όρθιο μπρος στο μεσίστιο μέλλον,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια
στην απέραντη επικράτεια των ματιών-
πάλλεται στον τόπο της πρώτης λέξης


Καθώς γαλάζιοι πόθοι με την περαστική ματαιοδοξία τους
σ’ ένα παράθυρο ανοιχτό φεγγίζοντας
τη γοητεία στα μάκρη του πάθους
μέχρι το πετσί της μοναξιάς υδροχόου άνοιξης


Άνοιξε διάπλατα τα πόδια
ωραία γυναίκα
μιας στιγμής τραυματισμένης
από θάλασσες που τις χτυπάν
ποτάμια τα όνειρα κι ο φόβος
από τρυφερά ξεσπάσματα λέξεων,
στο κύμα που δεν κράτησε
στο στήθος του έρωτες-
μαινάδα αμέτρητες φορές και ποίημα μία

(Ανάμεσα Τρίτη Παρασκευή Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας in MEDIAS res 69 Χρυσηίδες Ρέμβης παράπεσαν στις λέξεις ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ σιωπής και κάπως έτσι αρχίζουν να συμβαίνουν, δια «ελέου και φόβου», περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών. Τι με φιλεύει η αναμονή που έχω κλωσήσει;)

Τετάρτη, 09 Δεκεμβρίου 2009

συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων Οδυσσέα ΕΛΥΤΗ, Κικής ΔΗΜΟΥΛΑ και Μίτλου ΣΑΧΤΟΥΡΗ-02

ΕΛΥΤΗΣ: Ποιο μέταλλο μαζεύει το έλεος λίγων στιγμών σε μια κλωστή ασυγκίνητη; ΔΗΜΟΥΛΑ: Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα προσωπικής χρήσεως… Εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου γράφοντας στίχους
ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: κι η ωραία γυναίκα με τη βέργα του πάθους να γεμίσει την καρδιά τη δική της και των άλλων ανθρώπων


Η ζωή μετριέται με σφυγμούς,

η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες.
Μύλοι απάνω στις κορφές ασπρίσαν τα ταξίδια τους
Η ζωή μετριέται με παλμούς,
πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη,
μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένη…
Ποια θάλασσα
να ’ναι αυτή που δεν θυμάται τις λευκές στιγμές της;
Ω χαρά τραυματισμένη,
μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες! (ελεγεία ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΩΝ δυτικά της λύπης Οδυσσέα Ελύτη)


Σημειώθηκε χθες
διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον» μου.
Μονάχα εγώ
που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
γνωστή,
αλλά επιδεινωμένη
(Εφηβεία της Λήθης Τελευταίου Σώματος από το ΛΙΓΟ του ΚΟΣΜΟΥ ενός λεπτού μαζί με την Κική Δημουλα)


Η ωραία γυναίκα με τη βέργα του πάθους
κι ο γενναίος θεός ο σκληρός εραστής της
που γυρίζει τα βράδια με μεγάλα καράβια
να ριχτεί στα σοκάκια μ’ ένα άσπρο μαντίλι
μεσ’ τη νύχτα με τα δένδρα και τ’ άστρα
να τη βρει στην πληγή στο σημάδι του πάθους
όταν μόνη σηκώνει τη βέργα
για να σμίξουν και πάλι μαζί στο λιβάδι
το ποτάμι το όνειρο τα σπηρούνια κι ο φόβος
(όταν σας μιλώ με το πρόσωπο στον τοίχο για τα ΦΑΣΜΑΤΑ ή τη ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟΥ Μίλτου Σαχτούρη)

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Οδυσσέα Ελύτη, Κικής Δημουλά, Μίλτου Σαχτούρη)

Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009

Κατερίνα Κατσίρη, Το σώμα ανεβάζει δένδρο απ’ τη γέννηση και γίνονται οι στιγμές μήλον της έριδος

Πάντα σε φανταζόμουν να μεταμορφώνεσαι σε δένδρο
πριν να φέξει.
Να εφάπτεσαι κάτω από το δέρμα σου
με κείνη την ανταύγεια της τέχνης
και να μιλάς στων πόλεων
την αστική συνήθεια


Βέβαια το ξέρω

πως τα συναισθήματά σου εγκλωβίζονται
στις εισόδους της πόλης
κι η πρώτη ύλη σου
κινείται αργά και παγωμένη
στα αδιέξοδα των τοίχων


Ακόμα και τώρα
που δεν υπάρχουν άνθρωποι
να στηρίζονται στα δέντρα
κατά κάποιον τρόπο σε φαντάζομαι
να υπερβαίνεις τα όρια στα μάτια τους
και ν' αλλάζεις τη γεύση που τα ναρκώνει
με ρίζες απ' τις λέξεις σου

Βλέπεις εκείνη η ελπίδα συχνά επιστρέφει μόνη

συχνά γκρεμίζει όλα τα στηθαία
αναζητώντας τα μάτια
που ερωτεύονταν εξάπαντος
μόλις πρασίνιζε τη χλόη...

(Ανάμεσα Τρίτη Τετάρτη δοκιμές υπεροψίας και μέθης σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων– από ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ της Κατερίνας Κατσίρη- κλικ στην εικόνα για να συνδεθείτε με άλλες στιγμές της στο ομότιτλο μπλοκάκι της)

Σάββατο, 05 Δεκεμβρίου 2009

συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ, ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, ΚΑΡΟΥΖΟΥ, ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ-10

ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: Παράξενο στ’ αλήθεια προορισμό πο ’χουνε κάποτε τα πράγματα μ’ άλλα λόγια πριν σ’ ερωτευθώ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Η τέρψις των παρθένων στην καρδιά μας και το πένθος των κίτρινων κυμάτων μέσα στην κάθε φυσαλίδα
ΚΑΡΟΥΖΟΣ: Έρωτα με κατοίκησες πολύ φύγε απ’ αυτό το σπίτι.
Δεν έχει ούτε ένα παράθυρο να βγει στα δένδρα η ερημιά μου




ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε, άλλοι θα κατοικήσουν πίσω από χιλιάδες πόρτες και παράθυρα που τα χτυπάν οι θάλασσες τα όνειρα και τ’ άστρα…

Η φωνή σου απέναντι αρμένιζε η τρεχαντήρα

μέσα σε κίνηση από τον ουρανό
κατρακυλούσε αστραπιαία
ένα αυτοκίνητο ίδιο με τα θανάσιμα μαλλιά σου
απέραντη επικράτεια τα μάτια σου,
επιτέλους με τους καίσαρες
γίνομαι κατακτητής
να σε τι μου χρειάζεται το σπαθί των σαμουράι
(τετραψήφια για διακόσμηση βυθού ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ)


Δεν ήταν ο ζέφυρος.
Ήταν ο συρφετός της λίμνης
και γύρω του ολοφυρόμενοι θάμνοι
γδέρνανε τη χειμωνιάτικη λεπίδα τους
γιατί καταντικρύ στο στήθος τους
πλέκανε τ’ αφιερωμένα του παιδιά
τη συστοιχία της μικροσκοπικής σελήνης.
Η άνοδος του στρογγυλού λυγμού
δεν διεκόπη…
(απ’ την Ενδοχώρα μιας Υψικαμήνου ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει στων επιπτώσεων τις πτώσεις)


Έρωτα μη σημαίνεις πια.
Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ τη λησμονιά.
Μην δείχνεις…
που ελπίζω σ’ ένα φύλλο δένδρου
Το φως φωνάζει με τον κεραυνό
«να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν»…
Δεν παραδίνομαι
σ’ αυτή τη δύση τρομαγμένος
εγώ με όλο το αίμα μου
με τόσο σπαραγμό στα σύνορά μου.
(μεταφυσικές εντυπώσεις ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ με σχέδια για το μέλλον του ουρανού)


Οι πόρτες κλείνοντας ξαφνικά ένα βράδυ
μπορεί να μας χωρίσουν παντοτινά
Απ’ τους δικούς μας ν’ ακούγονται μόνον οι φωνές άδειες και μακρινές
και τα κλειδιά να μην χωράνε πια στις κλειδαριές…
Κι οι βασιλιάδες ακίνητοι και σκοτεινοί
με σπασμένα σπαθιά καθισμένοι
στα διπλανά δωμάτια
Οι θρόνοι τους γυμνοί
Θα ονειρεύονται φεγγάρια και σπαθιά
Τρέμω ν’ αναγνωρίσω
τα μυστικά μηνύματα…
(από Εστίες Μικροβίων στον Ήλιο του Μεσονυχτίου η Τιμωρία των Μάγων ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ)

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Έκτορα Κακναβάτου, Νάνου Βαλαωρίτη, Νίκου Καρούζου και Ανδρέα Εμπειρίκου)

Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2009

Χαρίζοντας τη λάμψη του τυχαίου κλικ στις λέξεις που έντυσαν κατάσαρκα διάφανους υπερρεαλισμούς

Πίσω απ’ το δάχτυλο ΕΠΙΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ ιωβηλαίο εσωτερικής επικοινωνίας:
για τον προσαιτερισμό ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΩΝ Ποίησης
μιας στιγμής μ’ άδοξο τέλος: μέχρι να πεις κύμινο απλώνεται άρδην Ατέρμονο Ποίημα Σκιάς των Λέξεων

Επιθυμία ασέλωτη φοράδα

απ’ τη φλογερή μας γλώσσα
πελιδνή απ’ άκρη σ’ άκρη
σέρνεται η πιο φθαρμένη λέξη
στου χαμού τα βραδινά πετρώματα
ως τρέχων λυρισμός του σώματος


Σημείο απέραντο δυο κατά λέξη δισταγμών
και πίσω απ’ τα γυμνά μαλλιά
να σκοτεινιάζει δίσεκτο φεγγάρι,
ξεσκισμένα ποιήματα
απλή σκέψη του λέγοντος όνειρα του μη πραγματικού


Γυναίκα ποθεινότερη
απ’ τα κρουστά φτερά μιας Χίμαιρας
ανασαίνει ριπές-μοναξιά,
ματαιότητες libido στον παρά φύση στίχο
ίσα-ίσα προς το εξώφυλλο ζην
πλεκτάνη Επιφάνειας λέξεων
στο Ποίημα που διψούσε Ουρανό

(Ανάμεσα Τρίτη Παρασκευή Δούρειος Ίππος Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας in MEDIAS res 69 Χρυσηίδες Ρέμβης λέξεων ΙΩΒΗΛΑΙΟΥ σιωπής κι αρχίζουν να συμβαίνουν περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών)

Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων Οδυσσέα ΕΛΥΤΗ, Κικής ΔΗΜΟΥΛΑ και Μίτλου ΣΑΧΤΟΥΡΗ-01

ΕΛΥΤΗΣ: Διψώ ένα στόμα να μου πει ουρανός,
για να πλεύσουμε μαζί στο Δέλτα των ελπίδων
ΔΗΜΟΥΛΑ: για λίγη αναδρομή στα εύκρατα της νεότητας μου επαγγέλματα
ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: έχω ένα περίστροφο κι εσύ μία κιθάρα
όπλισε την κιθάρα να παίξω μιαν εξαίσια μουσική που σκοτώνει


(Έτσι θα βγούμε απ’ το μυαλό μας ένα μαντίλι ματαιότητες για να τις μοιραστούμε…

Αν μη τι άλλο κάνουνε καλό
σ’ ένα τελείως ανεύθυνο εξώφυλλο μελαγχολίας,
όπου ο βαρκάρης των κεραυνών γυρίζει από ακτή σε ακτή)


Κατά πού θαυμάζεται ο άνεμος πες μου

κατά πού ξεχύνονται οι κελαηδισμοί
ποιαν όχθη αρέσουν…
Είμαι καλός
ως τις πηγές του γέλιου μου,
εκτοξεύω χίμαιρες
κι από κάθε αδιαφορία σέρνεται
μιαν ξεσχισμένη ευχή που μαζεύω
Αυτό μου δίνει το αίμα μου πιο κόκκινο
θα ’ρθουν πολλές γυναίκες να το μοιραστούν
ώσπου να γίνουν διάφανες….
(ελεγεία ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΩΝ δυτικά της λύπης Οδυσσέα Ελύτη)


Νεότερη
κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες
αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
μάζευα και μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά…
Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο
ίσα-ίσα τα προς το ζην…
(Εφηβεία της Λήθης Τελευταίου Σώματος από το ΛΙΓΟ του ΚΟΣΜΟΥ ενός λεπτού μαζί με την Κική Δημουλα)


Τη νύχτα αναστενάζουμε.
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μεσ’ το φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι…
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι
(όταν σας μιλώ με το πρόσωπο στον τοίχο για τα ΦΑΣΜΑΤΑ ή τη ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟΥ Μίλτου Σαχτούρη)

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Οδυσσέα Ελύτη, Κικής Δημουλά, Μίλτου Σαχτούρη)

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Τόλης Νικηφόρου, Σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό

να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν’ ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

Να ξαναγεννηθούμε

Θάλασσα εσύ των τροπικών
Κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου


Δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
Κι εγώ τ’ αγρίμι που προσφέρει
Με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις


Αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
Εσύ κι εγώ ψυχή και φως.

(Ανάμεσα Δευτέρα Τρίτη ένα Λιβάδι αρμενίζοντας μυστικά ποιήματα της ΟΥΤΟΠΙΑΣ – από τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «Ο Πλοηγός του Απείρου» με μια εικόνα από τη Μοβ)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ, ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, ΚΑΡΟΥΖΟΥ, ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ-9

Πελιδνή στα σκέλια μου έσφιγγα τη μοναξιά
όταν σηκώθηκε περήφανος ο φθόγγος
υπέρ της κατισχύσεως των ρόδων
στης καρδιάς μου τα πικρά και μαύρα φύλλα.
Κι απ’ τη φλογερή μας γλώσσα έβγαινε μόνο
η πιο φθαρμένη λέξη: αγάπη

Πήρα τη στράτα μου της θύελλας

σαν γιος πικρός ο πιο πικρός απ’ τους εφτά
ο πικροκωνσταντίνος…
Πελιδνό στα σκέλια μου έσφιγγα το σαββατόβραδο
να διαλαλεί την έχθρα του στους πετεινούς
ώσπου ζητούσε έλεος
κι ευχιόταν τη συντέλεια του κόσμου
αυτοστιγμεί
(τετραψήφια για διακόσμηση βυθού ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ)


Μέσα στην κρυφή δεξαμενή
μία σταγών καρφώθηκε στο στήθος μιας νέας
που περιποιείτο τους μεταξωτούς καρπούς
της ειδικής της νωχελείας…
Η νέα λεγόταν Μαρία
και στο αριστερό της πόδι κρεμόταν
μια πλουμιστή σαύρα
χωρίς μάτια μα με διπλή ουρά.
Όταν διελύθη ο βράχος εις τον οποίον εστέκετο
έγινε τολύπη
και η σταγών που έπεσε από το στήθος της
άνθισε κι έμεινε από τότε ως τώρα στη θέση της
υποτυπώδης μυγδαλιά.
(απ’ την Ενδοχώρα μιας Υψικαμήνου ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει στων επιπτώσεων τις πτώσεις)


Τη νύχτα αναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τα πεύκα μου
έχει περάσει πια το μεσονύχτι
κι εγώ στρέφομαι στην πικρή κλίνη
είμ’ ένας έρημος με δάφνες ένας μοναχικός
που χάθηκε στους κρυστάλλινους μακρινούς ήχους…
Τώρα σε δίνες έχω χαθεί…
(μεταφυσικές εντυπώσεις ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ με σχέδια για το μέλλον του ουρανού)


Απόμακρη τώρα σαν όνειρο η φωνή
Σαν ποταμός που κύλησε η ζωή μας
Σαν άστρο που το κυνηγάει η αυγή
Πρέπει να συνεχίσω την ατέλειωτη πορεία μου
Προς τον απόρθητο Νοτιά.
Το πλήθος μου η μοναξιά
Κι απλώνεται μπροστά μου αναρίθμητη και αστρονομική
η αγωνία μου
(από Εστίες Μικροβίων στον Ήλιο του Μεσονυχτίου ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ)

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Έκτορα Κακναβάτου, Νάνου Βαλαωρίτη, Νίκου Καρούζου και Ανδρέα Εμπειρίκου)

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ένα τρομαγμένο Ποίημα για μιαν απειλή ασώματη

Έλεγα θα ’ναι ένα μακρύ Ποίημα και θα λέει
σ’ αστραποβόλους καθρέφτες για τραίνα αστραπή


(Πίσω απ’ το δάχτυλο ΔΟΚΙΜΩΝ ΝΑΡΚΗΣ του άλγους κρυμμένο μήνυμα εσωτερικής επικοινωνίας: Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό στο Θρίαμβο της Σταθερής Απώλειας, όπου Ωραία Έρημος η Σάρκα μνηστήρας Ενάντιου Έρωτα ηδονικών μυρωδικών)


Θυμάμαι είχα αρχίσει ένα Ποίημα.
Έλεγα θα ’ναι μακρύ ποίημα και θα λέει γι’ αυτό.
Αυτό; Ποιο «αυτό»;
Καθόμουνα μπροστά σ’ ένα τραπέζι φαγωμένο, ξύλινο
με σκασμένη την πράσινη μπογιά.
«Η ζωή μου το μόνο αιώνιο πια» έλεγα
όπως ροζ φύλλα από παλιά τετράδια
φύλλα της καρδιάς
ζουμερά χείλια, φωτεινά μαλλιά
σ’ αστραποβόλους καθρέφτες
φεύγαν σαν σε τραίνα φορτωμένα
τραίνα αστραπή


Η ζωή όμως έμενε
κι είχε μια γεύση, μια γεύση…
Κάποτε είχα πάρει μέρος σ’ ένα γλέντι
κάποτε κάτι μου είχε προσφερθεί
ένας καρπός στρογγυλός, ένα σώμα
άλλο απ’ το δικό μου με είχε απορροφήσει.
Το μυαλό μου κάνει την κίνηση του χεριού
που ψάχνει κάτι στο βάθος μιας τσάντας…
Απορούν τα δάχτυλα του νου
μ’ αυτό που συναντούν:
μιαν απειλή ασώματη
κάτι σαν κόρα ψωμί που έμεινε στον πάτο.
Οι καλοί ζωντανοί μου, σιωπηλοί
κάθονται στο μισοσκόταδο, κάτι ακούν…
κάτι τους συγκινεί και κουνούν το κεφάλι
-κεφάλι λευκό-
οι πεθαμένοι άρρωστοί μου
γλιστρούν τα τρομαγμένα ποιήματά τους
κάτω από την πόρτα μου
ανάμεσα στους στίχους τους διαβάζω
«ο θάνατος αναβάλλεται, ο τρόμος ποτέ».
Όμως πέρα απ’ την υφή της απειλής
ψάχνω μιας αδιόρατης συγκίνησης τη ρίζα.
Όταν «συντροφίτσα μου» μ’ έλεγε η μάνα μου
ή όταν ακούμπαγα σε στήθος με γυμνή καρδιά;


«Τι ’ναι αυτά; Τι ’ναι αυτά;»
ακούγεται μέσα μου να τσιρίζει
ένα πουλί στριγγό
«Δεν είναι αυτό που ψάχνεις, δεν είναι αυτό».


(Ανάμεσα Σάββατο Κυριακή παράπεσαν Σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, κατά κόσμον Αγγελάκη-Ρουκ Κατερίνας, στην Άδεια Φύση Ενάντιου Έρωτα Όταν το Σώμα Επίλογος Αέρα τολμά να ονειρεύεται το Ποίημα)