Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ, ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ, ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ, ΚΑΡΟΥΖΟΥ-7

Περίεργο που τα ζυγωματικά σου
παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση
των μυστηρίων για το μέλλον του ουρανού

Φτάνει να μην γελαστούμε
από τη Σφίγγα των τελμάτων
(δεν μιλάνε για Όνειρα στο σπίτι του κρεμασμένου
απ’ τα σχοινιά (προ)τελευταίου Ονείρου δραματοποιημένων στίχων…

Να ’σαι λοιπόν περήφανη όπως το δηλητήριο
Που πιάνει αιχμάλωτες τις χειρονομίες μας
Να ’σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος
Που στριμώχνει τη λύσσα μας
Τη βιάζει κι ύστερα ανάβουνε τα φώτα
Και νιώθουμε το ζεστό το καυτερό της σπέρμα
Ν’ ανεβαίνει την αορτή σαν πέστροφα
Ως το κεφάλι
Ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
Κι η παρθενιά μας ξεπορτίζει πια ξεφτέρι
Της γεύσης της πίκρας της κατάνευσης
(τετραψήφια για διακόσμηση βυθού ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ)

Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα,
Θετά παιδιά της συμμορφώσεως
Και του διακοσμημένου ψεύδους,
Τέλματα εκτείνονται εκεί
Όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα…
«ψυχές, κορμιά χαρήτε!
Έρως ανίκατε μάχαν!
Άδης ενικήθη.
Απόψε θείον γεννάται βρέφος!
Απόψε μέγας γεννιέται Ποιητής
(απ’ την Οκτάνα ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει στων επιπτώσεων τις πτώσεις)

Κάθε πρωί με την πρώτη καλημέρα
Αρχίζουν οι επιθυμίες να ρίχνουν το αρχαίο βέλος
Στα στήθη των γυναικών
Ουρανέ ολόκληρε ανοίγει το άνθος της φωνής μου ψηλά
Έφυγαν όλα τα πουλιά μου το χειμώνα
Δεν προσμένω σ’ αυτούς τους τόπους
Ελευθερώνω
Αγγίζοντας έρημος το γερασμένο τοίχος της βροχής
Δεν είναι πια η άνοιξη
Δεν είναι καλοκαίρι
Μα εγώ ας ανοίξω το βήμα
Κι εδώ λησμονημένος να δείξω την αιωνιότητα
(μεταφυσικές εντυπώσεις ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ με σχέδια για το μέλλον του ουρανού)

Ήταν γραφτό ν’ ακολουθήσεις την αντίθετη γραμμή
Κι εγώ να μείνω με τις αναμνήσεις
Και τότες δόθηκε η διαταγή να κλείσουν τα παράθυρα
Να ξεσκονίσουν τις παλιές φωτογραφίες…
Γι’ αυτό θυμήθηκα κι εγώ
Το χέρι και την καρδιά που έσμιξε
Το μαχαίρι, την ομίχλη που σύρθηκε σιωπηλά κι ανεπάντεχα
Ανάμεσα σ’ εμένα
Ανάμεσα στη μνήμη.
(από Εστίες Μικροβίων στον Ήλιο του Μεσονυχτίου ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ)

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Έκτορα Κακναβάτου, Νάνου Βαλαωρίτη, Νίκου Καρούζου και Ανδρέα Εμπειρίκου)

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Χλόη Κουτσουμπέλη, Μυρωδιά ανοιξιάτικων στίχων που ονειρεύομαι πάνω στο γυμνό κορμί

Γύμνια
Χθες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα.
Με τα φώτα της πόλης για μάτια,
το σώμα γυμνό,
μυρωδιά ανοιξιάτικης λεύκας
και για μόνο κάλυμμα
το σκοτάδι.
(Από την ποιητική συλλογή «Σχέσεις Σιωπής»,1984)

Γη της επαγγελίας
Δεν με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
θα γράφω πάλι σε χαρτί,
ποιήματα με μελάνι.
(από την ποιητική συλλογή «Η Νύχτα είναι μία φάλαινα», 1990)

Όταν μπαίνεις μέσα μου
Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.
Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.
(Από την ποιητική συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια 2006 )


(Ανάμεσα Τρίτη Τετάρτη δοκιμές υπεροψίας και μέθης σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων– σκόρπιες και τυχαίες επιλογές από ποιητικές συλλογές της ΧΛΟΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ)

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Αργύρης Χιόνης, Τυφλός θα μείνω δίχως το επιδόρπιο σκοτάδι του έρωτά σου

Ένας τυραννισμένος απ’ τη μέρα κι όσα αυτή του αποκαλύπτει,
χαράζει στο χαρτί, τούτο το μήνυμα:
Νύχτα, καλή μου, ξημερώματα σου γράφω αυτό το γράμμα

Καλά- καλά δεν έφυγες και σ’ έχω κιόλας πεθυμήσει.
Γύρνα σ’ εμένα, νύχτα μου, γρήγορα γύρνα!
Με πονά το φως με τις βελόνες του
Γύρνα ξανά με τ’ απαλό, μαύρο βελούδο σου
Τα μάτια θα μου βγάλει αυτό το φως,
τυφλός θα μείνω δίχως το σκοτάδι σου
Τι θα δειπνήσουμε, αγάπη μου, απόψε;
«Βότσαλα θα δειπνήσουμε και πέτρες».
«Και τι θα πιούμε, αγάπη μου, απόψε;»
«Γάλα συκιάς και δροσερό θαλασσινό νερό θα πιούμε».
«Ω, πόσο είναι αλήθεια, αληθινή η ρήση
ότι ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι!
Με τέτοια εδέσματα, με τέτοια θεία ποτά,
που μου προσφέρεις, έρωτά μου,
πώς να μη σ’ έχω μέσα στην καρδιά μου…
Κι ως επιδόρπιο, καλή μου, τι θα φάμε;»
«Μα, την καρδιά σου, αγαπημένε, την καρδιά σου,
κι ύστερα, θα χωθώ στην αγκαλιά σου,
ν’ ακούω το χτύπο του κενού,
τη μουσική του άδειου ουρανού

(Ανάμεσα Πέμπτη Παρασκευή παράπεσαν ασήμαντοι συνειρμοί ΣΙΩΠΗΣ που τραγούδησε διασκευασμένα και ενίοτε δραματοποιημένα αποσπάσματα από ΟΜΟΤΙΤΛΗ ποιητική συλλογή του Αργύρη Χιόνη)

Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Νάνος Βαλαωρίτης, Ο Διαμαντένιος Γαληνευτής: και πέρα από την Τρίτη σκιά αρχίζει το τέρας της αβεβαιότητας

«Σε δέκα μέρες θα ’χω φύγει από δω»
Μια λέξη κατακόκκινη όπως η δύση

Έγραφε γυμνή κάτω απ’ τα φοινικόδενδρα,
με το νερό της θάλασσας στα μάτια,
και λίγη άμμο στα μαλλιά,
με κόκκινα χείλια σαν ρουμπίνια
που διψάνε για φιλιά.
Τα ’γραφε όλα αυτά στις φίλες της
αλλά δε λάβαινε καμιά απάντηση ποτέ…
… Ώσπου να ξεχωρίσουν τα δάκρυα
κι απ’ τα δάκρυα να μεγαλώσουν τα δένδρακι

από τα δένδρα να γίνουν θυρεοί στις πόρτες των ξενοδοχείων…
Σιωπή. Η σιωπή απλώθηκε.
Πήρε διαστάσεις, έγινε τοίχος, έγινε κάστρο
περιτριγύρισε την πόλη έσκαψε μια τάφρο
-τη γέμισε νερό.
Τέλος άρχισε ένας απ’ τους δυο να σκάβει ένα λαγούμι.
Αλλά γρήγορα παράτησε την προσπάθεια.
Η σιωπή θριάμβευσε.
Έγινε απειλητική.
Έριξε σκιές, δεξιά αριστερά
-έκανε όπισθεν μπήκε στην Ακρόπολη κι έκλεισε την πόρτα….
… Και μένουν δυο τρεις σκιές στην προκυμαία
κοιτάζοντας ποια πλοία θα ’ρθουν
κοιτάζοντας μ’ ένα ζευγάρι κιάλια τ’ ανοιχτά παράθυρα
όπου γδύνονται και ντύνονται διάφορα ωραία σχήματα
με καστανά μαλλιά και με φουντωτά στην ήβη τους δασάκια
-αφού σε δασάκια ούτως ή άλλως θα καταλήξουν οι περισσότερες για να ικανοποιήσουν τις ορμές τους το Σαββατοκύριακο-
κι ανάμεσά τους οι τρεις σκιές
δεν αφήνουν να ξεφύγει τίποτα απ’ την παρατηρητικότητα του ματιού τους
σχηματίζοντας γύρω στο καθετί ένα τρίγωνο ερμητικό….
… Και τώρα οι αποστάσεις μεταξύ δύο σημείων της πόλεως,
απ’ όπου αναγκάζονται να περάσουν πεζή οι πεζοδρόμοι,
διπλασιάζονται
γιατί αναγκάζονται να κάνουν το γύρο της μεγάλης αυτής περιοχής
που σβήστηκε απ’ τη συνείδησής τους….
«Σε δέκα μέρες το πολύ θα έχω φύγει».
Οι συνομιλητές μιλάνε τώρα μέσα από τη σβησμένη περιοχή.
Είναι από αυτούς που έμειναν
-που πιάστηκαν μέσα στη φάκα.
Ώστε η φράση αυτή ν’ αποκτάει ιδιαίτερη δραματική σημασία
που πλησιάζει τη λεγόμενη τραγωδία
που τόσο μας την κοπανούσαν στο σχολείο
όταν διαβάζαμε τους αρχαίους.
Δεν είχαν φυσικά ποτέ διανοηθεί οι κύριοι καθηγητές
ότι ο όρος αυτός θα έβρισκε την εφαρμογή του
εδώ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση
που ήταν τόσο φανερά παράλογη,
που ασφαλώς θα γελούσαν μ’ όλη τους την καρδιά
αν κάποιος τους έλεγε τότε
ότι μια μέρα θα δείτε θα συμβεί αυτό κι αυτό…
Και πέρα από την τρίτη σκιά αρχίζει το χάος της αβεβαιότητας.
Ο κόσμος όλος συνοψίζεται σε μια μικρή άσπρη λαστιχένια μπότα
που ανήκε σ’ ένα παιδάκι
που την άφησε πάνω στο κρεβάτι
κι έτσι την είδε ο γράφων,
δισέγγονος του γράψαντος μιαν ωδή στον ήλιο,
μεγάλη μεταφυσική φυσιογνωμία σε προτομή αγάλματος στημένη σ’ ένα πάρκο
απ’ όπου ξεμυτίζουν δειλά δειλά
δυο λουλουδάκια που κρατούνται από το χέρι
και χαμογελάνε σ’ όλους τους διαβάτες
σαν να τους λένε ελάτε να μας κόψετε
ελάτε να μας δρέψετε είμαστε δικές σας…

(Ανάμεσα Σαββάτο Κυριακή δεν άνθησαν ματαίως ποιήματα λανθάνουσας ανάγκης για Ουρανό– απ’ την οπτική γωνία στίλβοντος ποδηλάτου Νάνου Βαλαωρίτη «Ο Διαμαντένιος Γαληνευτής»)

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

Κωστής Γκισομούλης, Ένα πετυχημένο Ποίημα

Να γράψεις ένα πετυχημένο Ποίημα
δεν σημαίνει απαραίτητα
πως είσαι
κάτι παραπάνω από τους άλλους


Ούτε
άμα γράψεις ένα πετυχημένο Ποίημα
σημαίνει αναγκαστικά
πως έχεις κότσια.

Κότσια έχουν
οι πυροτεχνουργοί
οι εργολάβοι κηδειών
κι οι ακροβάτες.

Να γράψεις ένα πετυχημένο Ποίημα
σημαίνει μονάχα αυτό:

Σφραγίζεις τέλεια ένα χαλασμένο δόντι.
Δηλαδή
κλείνεις με κάτι στερεό
τον άδειο χώρο
που είχε καταλάβει ο πόνος.


(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη παράπεσαν εικόνες λέξεων με χρώματα Ονείρων– στίχοι εικονολάτρες Εικόνες Λεξιθήρες από την ανθολογία ΠΟΙΗΣΗ για την ΠΟΙΗΣΗ)

Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009

Τάσος Κάρτας, Δεν πνέει η ανασαιμιά των στίχων

Θέση περίοπτη στο Ποίημα για τη λέξη εσκεμμένα
συνονθύλευμα Κυριακής εστίασης- γόρδιο κενό

(ΜΟΒ κυριολεξίες μεταφοράς μαγικού ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ 69 μεταξένιων συνειρμών σιωπής, in MEDIAS res 15η Χρυσηίδα Ρέμβης)

δεν πνέει η ανασαιμιά των στίχων
και βλέπω εκείνη τη γυναίκα
φωτιά ψηλή με ρίγος αναμνηστικό της προσευχής
εικόνισμα που δείχνει
τη ψυχή όλων των λουλουδιών-
θέση περίοπτη για τη λέξη εσκεμμένα

έχω πιαστεί στην ίδια παγίδα
με Λαιστρυγόνες Κύκλωπες
τη Μαρία Μαγδαληνή θλιμμένη Παναγιά
τις πιο πολλές φορές ήταν Πάσχα
κι έριχνε μια ψηλή βροχή μεγάλης Παρασκευής
συνονθύλευμα Κυριακής εστίασης-
γόρδιο κενό
διελκυστίνδα χρόνου, χώρου, ιδεών
δεκαπεντασύλλαβων:
στο λάθος μονοπάτι μια στροφή
και στη στροφή αντικλείδι πολύφημο φιλί

τόσος καιρός στο όνειρο
βάρδια στη βροχή
πνιγμένοι στίχοι σ’ ανελέητες στιγμές
βοήθεια με σβησμένη την κραυγή της

προτού να είσαι σε θέση
να διαλέξεις άκλιτες λέξεις
απλώνεται άρδην
ατέρμονο Ποίημα

(Από μηχανής θεοί λέξεων Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας, σαν ιωβηλαίο e-Ρέμβης – Δοκιμές έκδοσης εικόνων ανέκδοτης ποιητικής συλλογής – Επόμενη ανάρτηση εικόνας λέξεων στο τέλος της άλλης εβδομάδας – κ ART ά SOS, Χειμώνας 2009

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

Κική Δημουλά, Πάει καιρός που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο

Αυτή τη μέρα
άφησε να σου εμπιστευθώ την ιστορία μου:

μελαγχολικός άνεμος της ζωής είμαι
που νυχτώθηκα κι απόμεινα σ’ ένα χθες ανάλγητος:
Σ’ ένα υπόγειο καφενείο,
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
συντονιστήκαμε.
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ


(ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ αρτιότητες του μέσα βίου ΕΞΩ)
Τον θυμάμαι ακόμα.
Παράξενο πολύ,
γιατί όσο ένα ανοιξιάτικο σύννεφο έμεινε,
όσο χρειάζεται για να ειπωθεί ένα αντίο.
Υπέροχο μνημείο.
Διάχυτος σαν μυρωδιά,
απροσδιόριστος σαν το άπειρο,
βλέμμα σάμπως σ’ ατέλειωτη νύχτα.
Μπροστά μας ένα σταχτοδοχείο
όπου τινάζαμε μια τεφρωμένη ολοκλήρωση.
Το ρολόγι του σχεδίαζε με το χρόνο
κάποιο ξεκίνημα πικρό.
Και τότε εγώ
σήκωσα το ποτήρι
και πίναμε μαζί κάποιο σαλπάρισμα
ανάκατο με μια σιγή.

Στο χωρισμό μήτε αντίο
μήτε φιλί.

(ΓΕΝΙΚΗ διαιρετική ετερόπτωτων λέξεων που φταίνε για πράγματα που αρχίζουν να ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ στο ΛΙΓΟ του ΚΟΣΜΟΥ Κικής Δημουλά)

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη εκεί όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα

Πίσω απ’ το συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων
Έκτορα Κακναβάτου και Νάνου Βαλαωρίτη
Νίκου Καρούζου και Ανδρέα Εμπειρίκου
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
σαν και πρώτα βγαλμένο απ’ το σώμα…
Φτάνει να μην γελαστούμε
από τη Σφίγγα των τελμάτων

(δεν μιλάνε για Όνειρα στο σπίτι του κρεμασμένου
απ’ τα σχοινιά (προ)τελευταίου Ονείρου δραματοποιημένων στίχων…
πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα είναι
όνειρα ισόθερμα στο δράμα)


Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
Φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
Κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
Πληρώνει σύνταξη στις χήρες
Κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
Σεντόνια άσπρα της υποταγής
Και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
Όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή (τετραψήφια για διακόσμηση βυθού ΕΚΤΟΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ)

Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα,
Θετά παιδιά της συμμορφώσεως
Και του διακοσμημένου ψεύδους,
Τέλματα εκτείνονται εκεί
Όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα
(απ’ την Οκτάνα ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ όταν το σώμα της σιγής γοργά σαλεύει στων επιπτώσεων τις πτώσεις)

Κάθε πρωί με την πρώτη καλημέρα
Φορά τα λιγοστά του ενδύματα
Κι αρχίζει να ρίχνει το αρχαίο βέλος
Στα στήθη των γυναικών
Όπως τον σφάζουν συνταρακτικά
Οι επιθυμίες μες στο κορμί του
Μην του μιλάτε
Δεν μιλούν στους καθρέπτες
(μεταφυσικές εντυπώσεις ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ με σχέδια για το μέλλον του ουρανού)

Ήταν γραφτό ν’ ακολουθήσεις την αντίθετη γραμμή
Κι εγώ να μείνω με τις αναμνήσεις
Την όχθη που παράτησες κατέλαβε ο εχθρός
Σε λίγο θα περάσει γοργός τον ποταμό,
Ορμητικός και διάφανος σαν τη βροχή
Τ’ άλογα καλπάζοντας περνάνε το κατώφλι σου και χάνονται στον ουρανό
(από Εστίες Μικροβίων στον Ήλιο του Μεσονυχτίου ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ)


(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη συνονθύλευμα ετερώνυμα φορτισμένων στίχων από εικόνες Ονείρων Έκτορα Κακναβάτου, Νάνου Βαλαωρίτη, Νίκου Καρούζου και Ανδρέα Εμπειρίκου)

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Γ. Δουατζής, Γόνιμο παιχνίδι να βάζεις τις λέξεις στη σειρά

Εκείνος έφτιαχνε σκάλες πανύψηλες με στίχους.
Ως τον ουρανό πανύψηλες.
Και κάθε σούρουπο τον έβρισκαν ανάμεσά τους,
να μοιράζει φωτοστέφανα στους αδύναμους.


Δεν μας χωρίζει τίποτα.
Είμαστε συμπαντικά αδέλφια.
Μαζί αιωρούμαστε εκεί,
στην απόλυτη μοναξιά,
στις οδύνες της γέννας,
στο βάρος του καθαρτήριου λόγου,
στις τεράστιες ανάσες των καταδύσεων,
στην κατάργηση του χρόνου,
στο άπειρο….

Ποίηση
Σκυτάλη
που δεν φθάρθηκε ποτέ,
νοτισμένη
από χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές.

Ευλογία
να μπορείς να πετάξεις
μ’ ένα μολύβι κι ένα χαρτί.

Βαθύ
ενσυνείδητο σχίσμα εαυτού.
Ρώτα τις νύχτες.

Εύθραυστα μολύβια
μεταγγίζουν το βάρος της καρδιάς
σε λευκά χαρτιά.

Πήρε τα χαρτιά μου ο άνεμος
και πάγωσα έτσι γυμνός.

Γόνιμο παιχνίδι,
να βάζεις τις λέξεις στη σειρά.

Η Ποίηση χωράει σ’ ένα κορμί απόψε.
Η Ποίηση,
το όπιο του Θεού,
το νυστέρι που τον κάνει
δικό μας!

Γράφεις;
Όχι!
Διαβάζω ένα Ποίημα στα μάτια της.


(Ανάμεσα Τρίτη Τετάρτη δοκιμές υπεροψίας και μέθης σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων– από ποιητική συλλογή του Γ. Δουατζή)

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Τόλης Νικηφόρου, Έρωτας σαν άγριος θα σε πάρω

έρωτας είναι η σάρκα μου μέσα στη σάρκα σου
και η καφτή αναπνοή σου
το λείο σώμα σου όταν σπαράζει
και ο υπέρτατος σπασμός της ηδονής


έρωτας και τα μάτια σου κλειστά
το στόμα σου μισάνοιχτο σαν ν’ απορείς
μες την απόλυτη εγκατάλειψη του ύπνου

έρωτας χωρίς καμιά προοπτική
ίχνη στο δάπεδο και το σκληρό χαλί
με τη μαυλιστική υπόκρουση κουβέντας
από τα διπλανά γραφεία

έρωτας που φωτίζεται στο τραίνο
απ’ τους περαστικούς σταθμούς
έρωτας και στο πεζοδρόμιο της κεντρικής οδού

σαν άγριος θα σε πάρω
πάνω στα αρμυρά σου δάκρυα
σαν τίγρη θα ξεσκίσω το κορμί σου
έρωτας έρωτας φωνάζοντας


(Ανάμεσα Δευτέρα Τρίτη ένα Λιβάδι αρμενίζοντας μυστικά ποιήματα της ΟΥΤΟΠΙΑΣ – από τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «Ο Πλοηγός του Απείρου»)

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Νάνος Βαλαωρίτης, Διαμαντένιος Γαληνευτής μεγάλων αποφάσεων και μικρών κινήσεων

Είναι ο άνθρωπος των μεγάλων αποφάσεων και των μικρών κινήσεων.
Θρέμμα του λιονταριού, της ύαινας των περιστάσεων.


Και τώρα ο ήρωας μας κατεβαίνει προς το Διακοφτό.
Εκεί αλλάζει τρένο και παίρνει τον οδοντωτό.
Στις υπώρειες του Χελμού σταμάτησε η μηχανή.
Το χιόνι συσσωρεύεται.
Δεν ξέρει τι να κάνει.
Παίρνει το δρόμο που οδηγούσε άλλοτε στη Μάνη.
Ο τρομερός Ταΰγετος υψώνεται δεξιά του
κι αριστερά το πέρασμα που πάει στη Μεσσηνία…
Από κει αφού έμεινε σε δυο ξενοδοχεία
τη νύχτα φτάνει έντρομος στο Γύθειο, στο Λεωνίδιο-όπου γεννήθηκε ο σοφός που ’κανε τον ηλίθιο…..

Ο νέος, ψηλός μελαχρινός, τριαντάρης, εργένης και γαλήνιος.
Ταραξίας που και που
μ’ ένα μαχαίρι πολύ κοφτερό
σαν αυτό που χρησιμοποιούν για ν’ αποτελειώσουν τον εαυτό τους οι Σαμουράι όταν κάνουν χαρακίρι,
έβλεπε πως έκοβε και πετούσε τον σπερμαγωγό του σωλήνα,
που γρήγορα αποκτούσε την ταχύτητα του φωτός
φέρνοντας μέσα του εμάς
-μικρά μικρόβια όντα-
ενώ αντίθετα εκείνος έβλεπε και έραβε με μια βελόνα
την εισδοχή του εν λόγω οργάνου
-για να μην εισχωρήσει κανένα άλλο βλήμα-.
Και παρόλο που η γυναίκα αυτή έφερνε επάνω της
όλα τα σημάδια του οδυνηρού της επαγγέλματος
-λεπτή, αδύνατη, μελαχρινή, με μύτη στον αέρα,
κλειδώσεις ωραίου σκελετού κάτω απ’ το δέρμα, καμιά τριανταριά χρονώ-
φορώντας ένα φόρεμα, χρώμα ρόδινο ανοιχτό,
χωρίς κορσέ ή στηθόδεσμο
-το διάστημα που χώριζε το ένα όργανο από το άλλο
όπως δυο άστρα πολύ απομακρυσμένα
μίκραινε ανεπαίσθητα αλλά μίκραινε ώσπου σε λίγο θα ’φτανε η ώρα-
που να συναντηθούν η πρύμη με την πλώρη
-του άλλου πλοίου, του ηλεκτρικού-
ο γράφων μέσα πάντοτε στο βλήμα
έβλεπε απ’ το παράθυρο να παρελαύνουν
ήλιοι και αστερισμοί του χώρου του διαστημικού,
δακρύβρεχτος ο σιδερένιος άνθρωπος
σημειώνει στο ημερολόγιο του την αναπόφευκτη πορεία
-όπως το πλησίασμα ενός ήλιου από κομήτη
που θα ξεχαρβαλωθεί-
περνώντας δίπλα απ’ το πολύ ισχυρότερο εκείνο άστρο.


(Ανάμεσα Σαββάτο Κυριακή δεν άνθησαν ματαίως ποιήματα λανθάνουσας ανάγκης για Ουρανό– απ’ την οπτική γωνία στίλβοντος ποδηλάτου Νάνου Βαλαωρίτη «Ο Διαμαντένιος Γαληνευτής»)

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Γιώργος Θέμελης, Πώς ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί

Το σωστό Ποίημα, το αληθινό
κρύβει μέσα του την αναμμένη φλόγα του,
το αίμα του τη λάμψη του λάμποντας,
λάμψη για λάμψη, στην ερημία
Το Ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά
όπως συγγενεύει το Ρόδο με τον Ουρανό,
ο Χαρταετός με τον Άνεμο
και συ, το σώμα σου, με το ποτάμι.
Το σωστό Ποίημα, το αληθινό
αυτό που έρχεται ανεβαίνοντας μεσ’ απ’ την Ποίηση
κι είναι καρπός της
Σπινθήρας που ξέφυγε
απ’ την πυρακτωμένη ουσία της μες σε μια έκρηξη

Πως ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί
βαθιά το στήθος σχίζοντας.

Για τούτο το Ποίημα φέγγει
όπως τα σπάνια μετέωρα που ξαφνιάζουν τον ουρανό
και κάνουν τη νύχτα μέρα
αλλάζοντας τα οπτικά πεδία των ματιών.

Το Ποίημα κοιμάται μες στην πληρότητά του
σαν τα νήπια που χόρτασαν το μητρικό τους γάλα
κι έγιναν πλήρη
σπιθίζοντας ευφροσύνη
κάτω απ’ τα βλέφαρά τους-

Κρύβοντας μέσα του την αναμμένη φλόγα του, το αίμα του,
τη λάμψη του λάμποντας, λάμψη τη λάμψη, στην ερημία.

Το Ποίημα πρέπει να το ξυπνάς
σιγά-σιγά, μην εκραγεί και σε γεμίσει εγκαύματα
και μείνεις ο σημαδιακός,
ο καυστικά στιγματισμένος,
και σε πετροβολούν.

Μπορεί να σ’ αναφλέξει όλον μεμιάς να καίγεσαι
και να καπνίζεις ως το τέλος,
ώσπου να γίνει η σάρκα σου φως

Πώς καίγεται και λιώνει η αναμμένη λαμπάδα
και γίνεται δέηση.

Είναι σάρκα και σάρκα,
σάρκα πυκνή
και σάρκα ανάερη
εκθαμβωτική
φως ως ιμάτιον

Αμφίεση Σκιών κι Ενσάρκωση Ασωμάτων.

Το Ποίημα σε ποιεί
Δεν το ποιείς
Μην το παραβιάζεις.

(Ανάμεσα Τετάρτη Πέμπτη παράπεσαν εικόνες λέξεων με χρώματα Ονείρων– στίχοι εικονολάτρες Εικόνες Λεξιθήρες από την ανθολογία ΠΟΙΗΣΗ για την ΠΟΙΗΣΗ)

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Τάσος Κάρτας, Ιδιωτική Οδός Δημόσιων Λιθοβολισμών

τρομάζω στη γλώσσα των ποιητών
το άγχος της μετ’ επανόδου διαδρομής
πυρ, γυνή και Ποίημα τελεσφόρο
κάτι ακόμα που ήταν να ειπωθεί
αλλά δεν βρέθηκαν έκπληκτες λέξεις


Ρυτίδες του σώματος και της ψυχής
Κρυμμένες μες στο στίχο
Στον τρύπιο ουρανό υπαινιγμοί παλίρροιας
Ιδιωτική οδός δημόσιων λιθοβολισμών
Μέχρι τη χάρτινη άκρη παραλίας
Όπου θα αποστάξουνε οι αυριανές μας τύψεις

Όμως σ’ αυτό εδώ το Ποίημα
Προπατορική χαρούλα η ποδηλάτισσα
Διασχίζει κάθετα το πρωινό μας Σάβατο
Αρμενίζοντας όλες τις ευκτικές
Παράλληλα μ’ ένα στριγκό κουδούνι
Ντριν και ντριν και ντριν σε δρίμες αυγουστιάτικες
Προσπέραση στιγμιαίας νοσταλγίας
Από τη γυαλιστερή πλευρά ζουμ ποδηλατόδρομου


(Ανάμεσα Πέμπτη Παρασκευή παράπεσαν μεταξένιοι συνειρμοί Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας – αποσπάσματα από ανέκδοτη ποιητική συλλογή ΤΑΣΟΥ ΚΑΡΤΑ «από ΜΗΧΑΝΗΣ θεοί λέξεων 69 Χρυσηίδων Ρέμβης» - κλικ στην εικόνα για μετάβαση στα χρώματά της, όπου αρχίζουν να συμβαίνουν περίακτοι συμβολισμοί αείφυλλων γυναικών)

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Κική Δημουλά, Απαγορευμένες Ουσίες

Μπορούμε και μόνοι μας κατ’ οίκον
να μεγεθύνουμε τη μικρή σημασία μιας φωτογραφίας


Μήπως κρυώνεις;
Όχι εν θερμώ σχολιάζαμε
πόσο κατάμαυρη ζωγράφιζε τη θάλασσα
η έλλειψη των άστρων

η πορτοκαλάδα σου καθότανε
μακριά απ’ τον καφέ μου
και ολωσδιόλου ασύνδετα
είπες εσύ χαμηλόφωναη αγάπη πεθαίνει πριν προλάβει να γεράσει


Μου είσαι τόσο άγνωστος
όσο η σάρκα των ονείρων
και το άγγιγμά της.

Σε ξέρω μόνο
ότι παράπεσε στα χέρια μου
κάποια φωτογραφία σου

το βλέμμα σου ανέβαινε
τη σκάλα κάποιου πλοίου
ανοιχτό το μπουφάν ανέμιζε
στραμμένο προς να φύγει

φωτογραφία
σε μέγεθος μικρό διαβατηρίου
από το στέρνο και απάνω.
Λιγότερος κι από μισός

κι ιδού πώς επιβιβάστηκες στη σκέψη μου
ολόκληρος ταξίδι.


(Ανάμεσα Παρασκευής Σαββάτου παράπεσαν Φωτόδενδρα ενός λεπτού 14ης Ομορφιάς ΜΑΖΙ- Σπασμένες αρτιότητες του Μέσα βίου έξω Κικής Δημουλά από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ)